Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

- Μια σκέψη χειρονομούσε άσεμνα.
Τρέμοντας μου έλεγε:- Δεν θα λάβεις ποτέ γαλήνη.
Υπήρχαν ώρες που το μυαλό γινόταν ένας μαύρος δράκος.
Ψηλάφιζε τα ντουβάρια και κατέληγε στο κάτω μέρος του λαιμού,
σαν μπουκιά.
Έπειτα το κρεβάτι μου έμοιαζε, σε κάτι ξημερώματα σφαγών,
που ούρλιαζαν: Εν αρχή ην ο φόβος.
Κάτι σαν ανάστημα, κραυγή και πάλι πίσω.
Πρόσβαση στη σκιά.
Κι όνειρο.

- Μπροστά από την μικρή γραμμή κάθε μου αλλαγής σε έβρισκα.
Τέντωνα τη χορδή της χαράς ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και σαν αυτή έσπαγε, έπαιρνες γεύση και όραμα
στο νηστικό μου βράδυ.

Δούλευε η καρδιά, πάνω σε εγκλήματα.

Τι παράδοξο!
Μοιραστήκαμε το εφιάλτη.
Εραστές που δύουν το ονόμασα.
- Έτσι, στα τυφλά.

Πέφταμε...
Εγώ, εσύ, το εμείς.
Καρφί, το καρφί.
Σάρκα με σάρκα.
Δεν έχω...
Δεν είμαι...

Κι όταν σε περιμένω τώρα πια, κάθε απόψε, εσύ δεν έρχεσαι.
Και είσαι μαζί μου - αυτός που φεύγει.


- Αρκεί να μην τρέμεις.

Ως το τέρμα της σιωπής. 



VENNIS

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου